Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

TABULA RASA

Τι ‘ναι κι αυτό το πράγμα; Κάθε μέρα ν’ ανακαλύπτεις κι ένα φρέσκο tabula rasa στην εγκυκλοπαίδεια των βλεμμάτων… Κι εκεί που νόμιζες ότι μπορείς να διαβάζεις τον απέναντι πλησίον σου σαν αξονικός τομογράφος μ’ ένα φευγαλέο κοίταγμα, πλανεύεσαι καταπίνοντας την αμάσητη τροφή του γαλάζιου… Το χαλάζιο απ’ ότι κατάλαβα δεν είναι μια ακίνδυνη, καθωσπρέπει διόγκωση του ματιού, αλλά σημάδι της φθοράς, το γαλάζιο που χάλασε, το χ που
διαγράφει έναν ορίζοντα που διαγραφόταν πιο γαλάζιος κι από ουρανό…

Το σημερινό ηθικό δίδαγμα του tabula rasa… Υπάρχει και κάτι χειρότερο από ένα παρ’ ολίγον βλέμμα ενοχής, από το ξάγρυπνο μάτι που δεν ξέρει πώς να υπερβεί τα μπλόκα που έχουν στήσει σαν τρακτέρ οι τύψεις σε κάθε δίαυλο επικοινωνίας, σε κάθε κόμβο επαφής…
Ένα βλέμμα απέχθειας, ένα άνοιξε-κλείσε των βλεφάρων από υποχρέωση, το εκτυφλωτικό φως του δαίμονά σου… Τα βλέμματα απέχθειας είναι τα πιο ύπουλα κατασκευάσματα των ματιών… Σου παρέχουν διαύλους επικοινωνίας (και τι διαύλους, ολόκληρα σταυροδρόμια, μη και
χάσεις το δικαίωμα επιλογής), μα σου παίρνουν σαν αντάλλαγμα τον πύργο ελέγχου…
Να πηγαίνεις ντουγρού στα διλήμματα, στις διχάλες της ζωής, χωρίς να κοιτάς,
χωρίς να νιώθεις, χωρίς να είσαι εσύ…

Όποιος είπε πως τα μάτια είναι καθρέφτες της ψυχής, μας κορόιδεψε όλους για να εξασφαλίσει την υστεροφημία του… Έχουν περάσει ανεπιστρεπτί οι εποχές που τα βλέμματα έγδυναν κι έδειχναν, τώρα απέκτησαν το χούι να θέλουν να φαίνονται και να ξέρουν να κρύβονται… Ποτέ
το μίσος και η ενοχή δε φώλιασαν στη θωριά τους, λες και θα τσαλάκωναν την εικόνα τους…

Την παράτησαν τα μάτια την ψυχή στο έλεός της… Την άφησαν να τραβάει το λούκι του μίσους και της ενοχής, να γίνεται κακός λύκος εν αγνοία των αμνών της, χωρίς να έχει το περιθώριο μιας εξομολογητικής απολογίας, στα ισόβια δεσμά του σώματος, καταδικασμένη να άρει
στους ώμους της τις αμαρτίες των ματιών…

Μοίρασαν ελπίδες τα μάτια, τζάμπα μάγκες υπό την ομπρέλα της ψυχής… Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα… Η ψυχή στέρεψε από συναισθήματα και τα μάτια έχουν αφήσει ανεξόφλητα βλέμματα που απαιτούν να κολλήσουν ή να πρωτοκολληθούν… Σκόρπια μαζεμένα βλέμματα απέχθειας… Γιατί το «σ’ αγαπώ» και το «σε μισώ» ποτέ δεν ειπώθηκαν με λόγια, βασίζονταν στη
ζεστασιά και την υγρασία των ματιών…

Ποια ζεστασιά, ποια υγρασία; Παγωνιά και αφυδάτωση… Τα βλέμματα αυτοτυφλώθηκαν για να τη βγάλουν καθαρή, δείλιασαν μπροστά στο βάρος των συναισθημάτων… Κι έμεινα σύξυλος στη μέση του πουθενά κρατώντας απ’ το χέρι με στοργή ένα μίσος, μια οργή, μια πίκρα που πεινάνε για έκφραση… Με τι να τα ταϊσω αυτά τα αιμοβόρα αγρίμια; «Δώσαμε», τους λέω με την ελπίδα να πουν τα κάλαντά τους σ’ έναν πιο ζωντανό οργανισμό και να με παρατήσουν στην ησυχία μου… Δώσαμε… Πού κατάντησα, ν’ αναζητώ ελεημοσύνη στα έγκατα του μίσους…

Από το μίσος ως την ενοχή όσο μια διπλή λωρίδα δρόμου… Το βλέπω το τέλος μου… Θα περάσω τη διπλή λωρίδα κακιασμένος, κοιμισμένος στο τιμόνι (προδομένος για άλλη μια φορά από τα μάτια) και θα μπω ασυνείδητα στο λαγούμι της ενοχής… «Σε μισώ», θα λέω… «Με μισώ», θ’ ακούγεται… Και το κοφτερό μαχαίρι της ψυχής μου μπορεί να ακονίζεται μια ζωή για να στραφεί
στον ίδιο μου τον εαυτό… Ποιος ξέρει;
Τabula rasa…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου